Είναι σίγουρο πως την σημερινή εποχή, με όλα αυτά που συμβαίνουν στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της χώρας μας, πλήττονται περισσότερο από όλους η πολιτιστικοι φορείς και οργανισμοί. Πρέπει να αναζητηθούν ευφάνταστες λύσεις και νέες προσεγγίσεις σε ό,τι θεωρούσαμε μέχρι τώρα δεδομένο και καταξιωμένο.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και η συμπαθής σε όλους μας Καμεράτα η ορχήστρα του Μεγάρου Μουσικής, που πρόσφατα βρήκε μια έξυπνη αντιμετώπιση για την κρίση, έχοντας ήδη εκούσιως, και αυτό είναι προς τιμήν των αξιών Μουσικών που την απαρτίζουν, περιορίσει πολύ τις αποδοχές τους. Έτσι αποφάσισε να φορέσει τον βαρύτιμο μπαρόκ μανδύα και να αφιερώσει ένα μέρος φαντάζομαι της δραστηριότητας της στη μουσική μπαρόκ, με οδηγό της τον τόσο άξιο Γιώργο  Πέτρου, ο οποίος ήδη έχει μία σημαντική δραστηριότητα στον τομέα αυτόν τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό, όπως εξάλλου μαρτυρούν οι πολλές και σημαντικές παρουσίες του σε ξένες σκηνές και ηχογραφήσεις του με μεγάλη γερμανική εταιρία. Ο Πέτρου έχει ένα σημαντικό και ιδιαίτερα δύσκολο έργο να εκτελέσει αν θέλει πραγματικά να πετύχει το πείραμα αυτό και να αποκτήσει επιτέλους η Ελλάδα μια ορχήστρα μπαρόκ που θα μπορεί να αναλάβει αυτό το ρεπερτόριο. Διότι δεν φτάνει να ντύσει κάνεις τον αυτοκράτορα με καινούργια ρούχα πρέπει να μην φαίνεται και γυμνός.

photo IRINI MICHOPOULOU

Για να γίνει αυτό πρέπει οι άνθρωποι που θα αποτελέσουν αυτήν την ορχήστρα, όχι μόνον να αγαπούν το είδος αυτό της μουσικής, αλλά να του αφιερωθούν ψυχή τε και σώματι. Δεν φτάνει να αλλάξει κανείς απλά τις χορδές ενός οργάνου σε εντέρινες και να παίζει με τοξοτο δοξάρι αλλά πρέπει να αλλάξει και την νοοτροπία και την αντιμετώπιση των μουσικών για το είδος αυτό της μουσικής, και δυστυχώς στη συναυλία που παρακολούθησα με έργα Βιβάλντι στο Μέγαρο [ 16 Μαΐου] Αυτό δεν ήταν αντιληπτό.
Παρακολούθησα μία ορχήστρα συνηθισμένη σε ένα εντελώς διαφορετικό ρεπερτόριο να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με έναν τρόπο ερμηνείας που της ήταν ελάχιστα οικείος, όχι στο μουσικό επίπεδο, αφού όλοι είναι φτασμένοι σολίστες, αλλά σε καθαρά τεχνικό επίπεδο. Η προσπάθεια ήταν εμφανής, φιλότιμη, αλλά χρειαζόταν περισσότερος χρόνος εξοικείωσης με το νέο τρόπο ερμηνείας και διαισθάνθηκα πως οι πρόβες δεν ήταν πολλές.

Επιπλέον, ο χώρος όπου δόθηκε συναυλία ήταν πολύ μικρός για μια ορχήστρα που έχει έναν πιο γεμάτο και δυνατό ήχο, ο όποιος έπινιγε τα πνευστά όργανα σε βαθμό που κάνεις σχεδόν δεν τα άκουγε πια.
Η βραδιά όμως μας αποζημίωσε με μία εκπληκτική Μαίρη Ελεν Νέζη, η οποία με την μουσικότητά της και την μες τη ζέστη φωνή της ερμήνευσε την κάντατα του Βιβάλντι  684 ενώ η Μάτα Κατσούλη μας χάρισε μία πολύ καλή ερμηνεία της καντάτας  682.
Ενδιαφέρον πείραμα, έξυπνη η προσπάθεια αλλά χρειάζεται πολλή δουλειά για να φτάσει κανείς στο επιθυμητό αποτέλεσμα, το υλικό υπάρχει, αρκεί να αξιοποιηθεί αναλόγως. Το ευχόμαστε. Και κάτι τελευταίο. Χρειαζόταν στο έντυπο πρόγραμμα μία ανάλυση με το τι εννοούμε όργανα εποχής γιατι η Καμεράτα σίγουρα δεν έπαιξε με αυθεντικά όργανα ούτε με όργανα εποχής, αλλά με σύγχρονα όργανα εκτός από μερικά πνευστά που δεν ανήκουν στην ορχήστρα, με αλλαγμένες χορδές και άλλα δοξάρια, με μπαρόκ τεχνική.