Η Ορχήστρα Δωματίου της ΕΛΣ, ιδρύθηκε το 1994, από τα μέλη της Ορχήστρας της Όπερας, και από τότε έχει διαγράψει μια ανοδική πορεία. Απορεί κανείς γιατί δεν δίνει συχνότερα Συναυλίες , κάτι που θα ήταν ωφέλιμο και για την εξέλιξη της ίδιας της ορχήστρας, αλλά και για την ίδια την ΕΛΣ, αφού θα μπορούσε να είναι η ιδανική ορχήστρα για το ανέβασμα έργων Μπαρόκ, μια περίοδο που αγνοεί συστηματικά το Θέατρο από το ρεπερτόριό του, όταν στο εξωτερικό σχεδόν όλα τα Θέατρα όπερας (ανάμεσα στα οποία θέλει και πρέπει να  συγκαταλέγεται η ΕΛΣ), έχουν το λιγότερο ένα τέτοιο έργο σε κάθε Καλλιτεχνική περίοδο.

H Συναυλία που δόθηκε στις 8/2/01 , ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Μουσικού Σπύρου Ιωάννου  (1955-1996), ξεκίνησε με ένα έργο του D.Popper «Requiem» για τρία βιολοντσέλα και πιάνο (παρεμπιπτόντως δεν αναφέρεται τίποτα στο πρόγραμμα για τον συνθέτη), ένα σχετικά ενδιαφέρον έργο, και στη συνέχεια η σοπράνο Ιουλία Τρούσσα ερμήνευσε την τελική σκηνή από την όπερα «Διδώ και Αινείας» του Περσέλλ.  Παρ’ολη τη μικρή της διάρκεια η άρια αυτή έχει πολλές δραματικές απαιτήσεις από τον τραγουδιστή, ο οποίος πρέπει όμως να την αποδώσει με μία ευγένεια ύφους, κάτι που το κατόρθωσε η Κα Τρούσσα, η οποία ήταν απόλυτα μέσα στο πνεύμα του έργου, και παρ’ολα τα μικροπροβλήματα της αρχής, η ζεστή λυρική , και εκφραστική φωνή της  μας χάρισε μια πολύ όμορφη ερμηνεία.

Οι φωνητικές της δυνατότητες όμως σε ένα ρεπερτόριο το οποίο δεν έχει πάντα την ευκαιρία να ερμηνεύσει αλλά το οποίο ταιριάζει απόλυτα στη φωνή της, ήρθαν στην επιφάνεια στο δυσκολότατο «Salve Regina» του G.B.Pergolesi που για πρώτη φορά ακούσαμε στην Ελλάδα. Είναι ένα έργο καθαρά της Ναπολιτάνικης Σχολής, το οποίο απαιτεί απο τον σολίστα να χρησιμοποιήσει όλες τις ερμηνευτικές του ικανότητες. Τα δύσκολα περάσματα που αναδεικνύουν τις τεχνικές ικανότητες του εκάστοτε τραγουδιστή ,εναλλάσσονται με δραματικά και λυρικά περάσματα που απαιτούν μια ιδιαίτερα ευέλικτη φωνή, τόσο στο δραματικό, λυρικό επίπεδο όσο και στο τεχνικό. Η Κα Τρούσσα πραγματικά μας εξέπληξε με την ευαισθησία της ερμηνείας της και με τις άρτιες τεχνικές της ικανότητες οι οποίες της επέτρεψαν να μας δώσει μια άψογη ερμηνεία του τόσο δύσκολου αυτού έργου. Πιστευω πως το Θεατρο θα έπρεπε να την εκμεταλλευτεί αναλόγως.  Η Ορχήστρα Δωματίου, μας έδωσε μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία, αν και θα ήθελε κανείς περισσότερο νεύρο, και πιο τονισμένες δυναμικές αντιθέσεις των μουσικών φράσεων , και όχι μια «ευγενική» απλά ερμηνεία που θύμιζε περισσότερο τις ερμηνείες μπαρόκ έργων της δεκαετίας 60-70.

Να λοιπόν που υπάρχουν μέσα στην Λυρική Σκηνή οι δυνατότητες προσέγγισης της μπαρόκ μουσικής, για το ανέβασμα αυτών των έργων, όπως της όπερας του Περσέλλ για παράδειγμα  αλλα και πλήθος άλλων Λυρικών έργων αυτής της εποχής.

 

Τέλος η συναυλία έκλεισε με δύο έργα για μικρή ορχήστρα του Dvorak το έργο «σιωπηλά δάση» για πέντε βιολοντσέλλα, και τέλος την περίφημη «Σερενάτα για έγχορδα», έργα τα οποία απέδωσε η ορχήστρα με μεγάλη άνεση.

   Νομίζω πως εάν η Ορχήστρα Δωματίου της ΕΛΣ συνεχίσει τις δραστηριότητές της με μαγαλύτερη συχνότητα, με περισσότερες περιδείες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, και κυρίως εάν επεκτείνει το ρεπερτόριό της, τότε θα αποτελέσει έναν πολύ σημαντικό πυρήνα  τόσο για την ΕΛΣ όσο και για τη μουσική ζωή του τόπου.