Πολύ λίγες φορές έχει κάποιος την ευκαιρία να παρακολουθήσει σε μια συναυλία την ερμηνεία ενός πολύ γνωστού έργου και να νοιώσει πως το ακούει για πρώτη φορά, πως του εντείνεται η προσοχή σε σημεία που όσες φορές και αν το έχει ακούσει, εντούτοις δεν τα είχε προσέξει. Ακόμα πιο σπάνιο είναι μια τέτοια ερμηνεία να μην υποσκελίζει τις προθέσεις του συνθέτη που είναι εμφανείς στις ενδείξεις που έχει βάλει μέσα στην παρτιτούρα του έργου.
Μια τέτοια περίπτωση ήταν και η συναυλία της Ορχήστρας Μπαρόκ του Άμστερνταμ σε μουσική διεύθυνση Τόν Κόπμαν, στο Ηρώδειο στις 28/8, και τους σολίστες Ν.Γιόρκ, Φ.Γκότβαλντ, Γ. Ντυρμύλλερ, και Κ.Μέρτενς.
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το σημαντικό αυτό συγκρότημα εμφανίζεται στο Ηρώδειο, στην προηγούμενη εμφάνισή του είχε ερμηνεύσει Καντάτες του Γ.Σ.Μπάχ που τότε ο Κόπμαν ηχογραφούσε για την εταιρία του. Ο Κόπμαν έχει δώσει σημαντικές ερμηνείες στον χώρο της Μπαρόκ μουσικής, αποφεύγει τα μεγάλα σύνολα και προτιμά να ακολουθεί την γραμμή του Κρίστοφερ Χόγκγουντ και του Φίλλιπ Πίκεττ που χαρακτηρίζεται απο στεγνή απλότητα, και συναισθηματική αποστασιοποίηση, αλλά ειδικά στη περίπτωση του Κόπμαν αυτό δεν σημαίνει έλλειψη δραματικών εξάρσεων, αλλά μια ακαδημαϊκή προσήλωση στην παρτιτούρα. Αυτά όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις περισσότερες ερμηνείες του ήταν εμφανείς και στον Μεσσία που ακούσαμε. Χωρίς «μπαρόκ» εξάρσεις και διακοσμήσεις, ούτε καν στο περίφημο «Αλληλούια», η ερμηνεία του βασίστηκε στην εκπληκτική συνοχή της χορωδίας του (όλοι σολίστες), και της εξαιρετικής ορχήστρας του απο όργανα εποχής, αλλά φυσικά και στους σολίστες του οι οποίοι οι περισσότεροι συνεργάζονται μαζί του σχεδόν μόνιμα. Κάπως αδύναμες οι γυναικείες φωνές, εξαιρετικός ο τενόρος και κυρίως η μεταλλική όμορφη και εκφραστική φωνή του μπασοβαρύτονου Κλάους Μέρτενς έδωσαν υποδειγματικές ερμηνείες.
Όλη η άποψη του Κόπμαν , τόσο «Καλβινιστική» στον χαρακτήρα της, ήταν περισσότερο κοντά στο πνεύμα του Μπάχ παρά του Χαίντελ και η μοναδική αντίρρηση που μπορεί να έχει κανείς ήταν πως έλλειπε η εορταστική ατμόσφαιρα, η αίσθηση της χαράς και της ανάτασης που έχει ο «Μεσσίας», το κατ’εξοχήν Αγγλικό ορατόριο, που τόσο απολαμβάνουμε στις ερμηνείες του Μπήτσαμ του Ρίχτερ και του Γκάρντινερ, όμως είναι μια άποψη του «Μεσσία» τόσο προσεκτικά μελετημένη και δουλεμένη σε κάθε της λεπτομέρεια που τελικά κερδίζει το κοινό παρά το αφήνει αδιάφορο. Μια πραγματικά υψηλότατου επιπέδου συναυλία, που σίγουρα θα ικανοποίησε όχι μόνο τους λάτρεις του Μπαρόκ αλλά και όλους τους μουσικόφιλους.