Το “Κοράκι” είναι μια Ελληνική μαύρη κωμωδία , σχήμα οξύμωρο θα μπορούσε να πεί κανείς αφού οι Ελληνες συγγραφείς δεν αγαπούν ιδιαίτερα το είδος.
Η “μαύρη” αυτή κωμωδία του Βασίλη Αναστασίου  , θα μπορούσε να είναι προιόν συνεργασίας του Εντγκαρ Αλλαν Πόε και του Οσκαρ Ουάιλντ. Η ευφάνταστη υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται σε ένα Γραφείο Κηδειών με την ονομασία “Εις τόπον Χλοερόν”, όπου ο διευθυντής του ταριχεύει τα πτώματα ώστε να είναι έτοιμα για την κηδεία. Ομως μερικά απο αυτά για λόγους αδιευκρίνηστους (επιστημονικώς και λογικώς), τα πτώματα ζωντανεύουν για λίγο μέχρι τη μέρα της κηδείας τους. Ο θεατρικός χρόνος ορίζεται απο το βράδυ μέχρι την ανατολή, ένα δηλαδή βράδυ όπου όλα συμβαίνουν, λογικά και μή.
Θα μπορούσε να πεί κανείς πως ο χώρος του Γραφείου Κηδειών , είναι ένα Καθαρτήριο όπου οι ήρωες πρέπει να αντιμετωπίσουν , να κατανοήσουν και να λύσουν τα προσωπικά τους προβλήματα, να καταλάβουν το πώς έζησαν τη ζωή τους, για πια πράγματα μετάνοιωσαν, τι τους έκανε αυτό που είναι , πέρα απο τις κοινωνικές μάσκες που φοράνε οι άνθρωποι στη ζωή τους. Εδώ οι ήρωες απόλυτα απελευθερωμένοι απο τη συμβατικότητα της γήινης ζωής, έχουν για μια νύχτα την ευκαιρία να ζήσουν τον πραγματικό εαυτό τους, έρχονται όμως συγχρόνως αντιμέτωποι με τις εσωτερικές τους αντιφάσεις. Πως μπορεί ένας δικαστής, ένα σοβαρό κοινωνικό πρόσωπο να είναι παιδεραστής  ; Η Ντόλυ αποδέχεται πλήρως την σεξουαλικότητά της αφού τωρα πιά δεν χρειάζεται να κρύβεται για τίποτα, θέλει να θαφτεί με γυναικεία ρούχα. Ο συγγραφέας αρνείται πεισματικά να κρίνει τους χαρακτήρες τους, όσο και αν αυτό είναι προκλητικό, εδώ οι ήρωες ζούν την πραγματική ζωή τους, συνειδητοποιούμε σαν θεατές πως τώρα είναι ζωντανοί , ενώ πρίν στη ζωή ήταν νεκροί γιατί παίζαν ένα θέταρο, ένα ρόλο που τους νέκρωνε την προσωπικότητά τους την ίδια την ψυχή τους. Στο Γραφείο Τελετών όμως αρχίζει η ζωή τους, γιατί εδώ δεν χρειάζεται να καταπιέσουν τον εαυτό τους. Πραγματικός νεκρός είναι το “κοράκι” ο Νίνο, που είναι εγκλωβισμένος μέσα σε μια στεγνή ζωή, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς όραμα, χωρίς ελπίδα.
Τώρα που γνώρισαν την πραγματική ζωή, θέλουν να βρυκολακιάσουν και ο δικαστής ζητά απο τον Νίνο να τον αφήσει να να ζήσει…στην ερώτηση του Νίνο “…γιατί τέτοια λύσσα να βρυκολακιάσετε ;” ο δικαστής απαντάει “θα είναι σαν να ζώ μια δεύτερη ζωή”.
Η Μαρία που είναι η μητέρα του Νίνο είναι μια εμβληματική φιγούρα, είναι η βαθύτερη εξάρτηση του Νίνο απο μια δυνατή ύπαρξη η άλλη πλευρά του αδύναμου χαρακτήρα του. Ο Νίνο και η Μαρία είναι το ίδιο πρόσωπο ουσιαστικά, το alter ego του καθενός, είναι το αίμα απο το οποίο τρέφεται ο Νίνο σαν βαμπίρ. Οσο και αν αποπαίρνει την μητέρα του, δεν μπορεί να την ελευθερώσει , γι’αυτό της έχει δέσει και τα χέρια. Τη στιγμή που αποφασίζει να την ελευθερώσει απο την ζωή-θάνατο απο αυτή τη κατάσταση limbo που βρίσκεται, τότε πραγματικά ανδρώνεται, γιατί ο ομφάλιος λώρος του Ανθρώπου κόβεται με τον θάνατο της Μητέρας, και ο άνθρωπος πλέον είναι απόλυτα ελεύθερος, σε ένα κόσμο εχθρικό , ένα κόσμο χωρίς ελπίδα.
Και ο Θεός; που βρίσκεται ο Θεός σε όλα αυτά;. Eδώ ο συγγραφέας μας φέρνει αντιμέτωπους με το πιό σκληρό ερώτημα. Η απάντηση είναι μέσα μας, ξεχωριστή για τον καθένα. Βρίσκω πως η πιό σημαντική στιγμή του έργου είναι η φράση-κραυγή της Ντόλι “..Πού είναι ο Θεός; Τι σκατά νεκρή είμαι; Εχω δικαίωμα να δώ το Θεό…” Είναι, πέρα απο το κωμικό στοιχείο, μια βαθύτατα απελπισμένη κραυγή του Ανθρώπου που συνειδιτοποιεί τη κοσμική μοναξιά του, μόνος σε ένα αφιλόξενο Σύμπαν που κινείται και υπάρχει ανεξάρτητα απο αυτόν. «Ποιός Θεός, ποιός τον συνάντησε ποτέ και ξέρει. Τον αισθάνονται ίσως κάποιοι αλλά ποτέ κανείς δεν τον είδε με βεβαιότητα..” λέει ο Νίνο. Πρέπει να έρθει λοιπόν αντιμέτωπος με αυτό το άλυτο ερώτημα ,αλλά η απάντηση είναι διαφορετική για τον καθένα, ο έρωτας λέει ο Νίνο,  το σέξ, πρεσβεύει ο Δικαστής, σαν ένας δεύτερος libertin Ντον Τζιοβάννι, την ανυπαρξία ζητά η Μαρία, την απόλυτη αποδοχή της σεξουαλικότητάς της, απαιτεί η Ντόλι που θέλει να θαφτεί σαν γυναίκα.
Τα τέσσερα αυτά πρόσωπα είναι ουσιαστικά οι διάφορες ηλικίες του ανθρώπου, και ο συγγραφέας δίνει τις απαντήσεις ανάλογα με τις εμπειρίες και ο χαρακτήρα του κάθε ήρωα. Στο τέλος όμως έρχεται η κάθαρση με τη μορφή της μουσικής και του χορού, καθώς χτυπάει η πρωινή καμπάνα, τα πρόσωπα του έργου χάνονται μέσα στην άχλη ενός βάλς, στροβιλίζονται στο Σύμπαν έχοντας πιά συμφιλιωθεί με τον εαυτό τους, με τη ζωή με το θάνατο.
Ο Βασίλης Αναστασίου έχει στήσει ένα οπερατικό θεατρικό έργο, όλοι οι χαρακτήρες θυμίζουν μέσα απο την υπερβολικότητά τους, οπερατικούς ήρωες. Η μουσική παίζει τεράστιο ρόλο στο έργο υπάρχει υπόγεια αλλά και στην επιφάνεια, ο Δικαστής για παράδειγμα εκστασιάζεται με την άρια απο τον “Κουρσάρο” του Βέρντι. Ολο το έργο είναι δομημένο σαν ένα λιμπρέττο όπερας, ένα δράμα semi-serio,όπου το σοβαρό στοιχείο εξισορροπείται απο το κωμικό. Αυτή η λεπτή ισορροπία είναι χαρακτηριστική του έργου και δεν διαταράσσεται ποτέ. Ο συγγραφέας ακολουθεί πιστά το Αριστοτελικό πρότυπο του “δι΄ελέους και φόβου περαίνει την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν”. Οι θεατές φεύγουν απο την αίθουσα με μια γλυκόπικρη γεύση, με μια ελπίδα οδηγό που του παρέχει ο συγγραφέας…”ζήστε τη ζωή σας με κάθε ειλικρίνεια, να αποδεχτείτε τον εαυτό σας με όλες τις αντιφάσεις του, να τον αγαπήσετε για να μπορέσετε να αγαπήσετε και τους άλλους, απλά να ζήσετε, μια “ζωντανή” ζωή , όχι μια “νεκρή” ζωή..μόνο έτσι θα νικήσετε τον θάνατο”.

 

Σημείωση: Το άρθρο αυτό δεν είναι θεατρική κριτική, αλλά μια προσωπική άποψη για ένα πραγματικά εξαιρετικό έργο. Γι΄αυτόν το λόγο δεν ανφέρομαι στις ερμηνείες των ηθοποιών του έργου, που είναι δουλειά των θεατρικών κριτικών.

ΝΙΝΟ Γιώργος Κοντοπόδης

ΔΙΚΑΣΤΗΣ Λορέντζος Φραγκούλης

ΜΑΡΙΑ Ανίττα Μαυρομιχάλη

ΝΤΟΛΙ Γιώργος Ντάβος

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ- ΣΥΓΓΡΑΦΗ Βασίλης Αναστασίου

ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΗΧΗΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Γιώργος Κοντοπόδης

ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ Μαρία Μακαρώνη

ΔΙΑΝΟΜΗ Αλέξανδρος Λιακόπουλος

ΘΕΑΤΡΟ ΜΠΕΛΛΟΣ 30/5/2018

Φωτο Αλέξης Σπανίδης