Την τελευταία συναυλία της φετεινής περιόδου έδωσε στη εγάλη Αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής, η Καμεράτα με ένα πολύ ενδιαφέρον πρόγραμμα που περιελάμβανε έργα Στραβίνσκυ, Χάυντν, Μπετόβεν, και Μπέλα-Μπάρτοκ.
Η συναυλία ξεκίνησε με τ ον «Απόλλωνα Μουσηγέτη» του Στραβίνσκυ, έργο γραμμένο για μικρή Ορχήστρα παραγγελία της Ελίζαμπεθ Κούλιτζ για την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσσου στην Ουασινγκτον.
Το έργο έχει μια εσωτερική γαλήνη και απαιτεί άπω την Ορχήστρα λεπτούς χειρισμούς των διαφόρων ηχοχρωμάτων, καθώς και μια αυστηρότητα στους χρόνους, κάτι που πέτυχε απόλυτα η ερμηνεία της Καμεράτα που διηύθυνε ο Richard Studd στη θέση του Sir Neville Marriner. Ο Studd κράτησε τις λεπτές ηχητικές ισορροπίες της παρτιτούρας, χωρίς όμως να απονευρώσει το έργο χαρίζοντάς μας μια «μεταρομαντική» άποψη του έργου.
Την Καντάτα αρ.10 «Berenice che fai..» του Γιόζεφ Χάυντν , έργο γραμμένο για την σοπράνο Μπριτζίτα Τζιόρτζι Μπάντι στο Λονδίνο το 1794, ερμήνευσε στη συνέχεια της συναυλίας η Σόνια Θεοδωρίδου. Είναι ένα έργο που απαιτεί πολλές φωνητικές αποχρώσεις από την φωνή του ερμηνευτή, με αρκετά χαμηλές νότες, και απαιτεί μια ευέλικτη και με μεγάλο εύρος φωνή. Η Σόνια Θεοδωρίδου τραγούδησε με δραματική ευαισθησία, και μουσικότητα, αλλά μερικά προβλήματα στην τεσσιτούρα ιδιαίτερα στις ψηλές περιοχές αλλά και στις πολύ χαμηλές, ένοιωθε κανείς πως η φωνή δεν ακολουθούσε τις προθέσεις του ερμηνευτή κάνοντας έτσι την αλλαγή των ρετζίστρων πολύ εμφανή.
Τα προβλήματα αυτά έγιναν πιο φανερά στην άρια Κοντσέρτου του Μπετόβεν «Ah perfido» η οποία ανήκει κυρίως στη δικαιοδοσία μιας σοπράνο δραματικής, όπως η Nilsson, και η Callas, και όχι λυρικής όπως είναι η φωνή της Σόνιας Θεοδωρίδου. Αίνο υπήρχε πάντα η πρόθεση μιας καθαρά δραματικής ανάγνωσης, χωρίς όμως να τονίζεται το «κλασσικό» στοιχείο που συνδέει το έργο αυτό με τον Μότσαρτ και τον Κερουμπίνι και που είναι ουσιαστικά ο μουσικός χαρακτήρας του έργου, και πάλι ένοιωθε κανείς πως η φωνή έφθανε στα όρια της τόσο στις ψηλές όσο και στις χαμηλές περιοχές δίνοντας την αίσθηση πως ήταν τοποθετημένη κυρίως στον λαιμό, και πως το έργο αυτό δεν «κάθεται» καλά στη φωνή της.
Τέλος, η Συναυλία έκλεισε με το Ντιβερτιμέντο για Ορχήστρα Εγχόρδων του Μπέλα-Μπάρτοκ γραμμένο το 1939 για την ορχήστρα Δωματίου της Βασιλείας.
Ο Studd, έδωσε στο έργο το απαιτούμενο νεύρο, αλλά και τις χαλαρές στιγμές του ιδιαίτερα στο adagio, χαρίζοντάς μας μια πολύ καλή ερμηνεία ενός έργου που δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να ακούμε.