«Πάλι την Καβαλλερία θα ανεβάσουν ; Αμάν πια, τίποτε άλλο δεν βρήκανε ;» ήταν η ερώτηση ενός φίλου μου όταν του είπα για την παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής. Αυτή η απορία γύριζε στο μυαλό μου καθώς παρακολουθούσα την παράσταση της μονόπρακτης όπερας του Μασκάνι στο Μέγαρο Μουσικής.
Ξανά το ίδιο έργο είχε παρουσιασθεί από το Μέγαρο με τον ίδιο σκηνοθέτη, πάλι μετά λίγα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, ενώ η ΕΛΣ το ανέβαζε με διαφορετικό δεύτερο έργο, αφού η όπερα αυτή που διαρκεί μόλις μία ώρα συνήθως παρουσιάζεται μαζί με τους «Παλιάτσους» του Λεονκαβάλλο ή με κάποια άλλη μονόπρακτη όπερα.
Το Μέγαρο διάλεξε πάλι την Αγνή Μπάλτσα και τον Λούις Λίμα (πρώτη διανομή), και την Τζιοβανα Καζολά και τον Αλμπερτο Κούπιντο (δεύτερη διανομή), αλλά αυτή τη φορά τα κοστούμια και τα σκηνικά ήταν του Νίκου Πετρόπουλου. Φωνητικά και δραματικά η Μπάλτσα δεν έφερε τίποτα το καινούργιο στην παραγωγή. Δραματικά μας έδωσε μια ψυχρή Σαντούτζα η οποία ήταν εκδικητική και υπολογίστρια, χωρίς όμως καμιά έκφραση βαθύτερου ανθρώπινου συναισθήματος, παρά μόνο θεατρικού, ακόμα και στα πιο δραματικά ξεσπάσματα. Μια πίεση στις ψηλές περιοχές πρόδιδαν κούραση ενώ οι μεστές χαμηλές νότες στήθους τόσο χαρακτηριστικές της φωνής της, υπήρχαν ανέπαφες.
Η Τζιοβάννα Καζολά ήταν μια εντελώς διαφορετική Σαντούτζα, πιο μεσογειακή και άμεση, αλλά όπως και η Μπαλτσα , ηλικιακά κοντύτερα στην Μάμα Λουτσία, δεν έπειθε σαν αντίζηλος της όμορφης Λόλας.
Οι δύο τενόροι ήταν μέτριοι έως κακοί σε πολλά σημεία με φωνή τοποθετημένη στον λαιμό, χωρίς ευαισθησία, και όπως και οι δύο Αλφιο (Αγκάκε και Μούργκα), τραγουδούσαν και έπαιζαν με έναν εντελώς παλιομοδίτικο τρόπο.
Εξαίρεση η Μάμα Λουτσία της Αλεξάνδρας Παπατζιάκου, ζεστή ανθρώπινη χωρίς υπερβολές, και οι δύο Λόλες ( Ε.Καράγιαννη και Μ.Ε.Νέζη), νέες, και φωνητικά άψογες.
Πάρα πολύ καλή η Χορωδία της ΕΛΣ, ενώ η Κρατική Ορχήστρα που έχει γίνει η μόνιμη σχεδόν Ορχήστρα της Όπερας του Μεγάρου, μάλλον μέτρια. Τι να περιμένει όμως κανείς με έναν μαέστρο σαν τον Α.Αλλεμάντι ο οποίος δεν άφησε τραγουδιστή να κάνει ούτε ένα φραζάρισμα, ούτε μια αποτζιατούρα , τρέχοντας την Ορχήστρα και τους τραγουδιστές σε έναν αγώνα δρόμου ολυμπιακών προδιαγραφών. Κατά συνέπεια οι λεπτές αποχρώσεις της τόσο ατμοσφαιρικής παρτιτούρας του Μασκάνι , δεν βγήκαν καν στην επιφάνεια.
Η σκηνοθεσία του Γ.Αζαγκάροφ ήταν σχεδόν ανύπαρκτη αφού άλλο έργο είδαμε στην πρώτη διανομή και άλλο στην δεύτερη, σαν να είχαν αυτοσκηνοθετηθεί οι πρωταγωνιστές, και μερικά έξυπνα ευρήματα έμειναν στον αέρα.
Παρέμειναν για να σώσουν την κατάσταση τα εκπληκτικής λεπτομέρειας και ατμόσφαιρας (εξαίρετοι οι φωτισμοί του Σ.Ρόσσι), του Νίκου Πετρόπουλου ο οποίος έστησε ένα καταπληκτικό σκηνικό σε ένα τόσο μικρό χώρο.
Γενικά μια μετριότατη παράσταση μιας παρωχημένης μουσικά εποχής που κανείς δεν κατάλαβε τον λόγο για τον οποίο έγινε, σίγουρα πάντως όχι για το έργο του Μασκάνι…