ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΑΣ

     Είναι περίεργο πώς τόσα χρόνια μετά τον θάνατο της μεγάλης αυτής μουσικής μορφής , το φαινόμενο Κάλλας είναι πιο ζωντανό παρά ποτέ. Ο μύθος  της συνεχίζει να υπάρχει και να εμπνέει τους σύγχρονους καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο.  Aαπόδειξη αυτού του γεγονότος αποτελούν όλοι οι μουσικοί Σύλλογοι ανά τον κόσμο που φέρουν το όνομά της, οι μουσικοί διαγωνισμοί, οι αίθουσες συναυλιών, και πάνω απ’όλα οι ηχογραφήσεις της «ζωντανές» και μη που συνεχίζουν να πωλούν περισσότερο παρά ποτέ. Καθώς διαβάζει κανείς τις κριτικές από τις παραστάσεις της εποχής ένα είναι βέβαιο:  πώς η φωνή και η παρουσία της στη σκηνή δεν άφηνε κανέναν απολύτως αδιάφορο θετικά ή αρνητικά. Αυτό είναι ίσως και η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που μπορεί να «εισπράξει» ένας καλλιτέχνης στην ζωή του. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο στην Τέχνη από την αδιαφορία.

Η Κάλλας έχει γίνει πλέον ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας, της κουλτούρας μας, και της μυθολογίας του 20ου αιώνα. Όσοι είχαν την τύχη να την ακούσουν σε κάποιο θέατρο, αποκτούν μια ιδιαίτερη θέση στον κόσμο των φίλων της όπερας,μια αύρα , είναι οι «λίγοι», οι «τυχεροί» που μπόρεσαν να γευτούν το νέκταρ της μουσικής αυτής δημιουργίας.

Πιο μεγάλη σημασία όμως έχει να καταλάβουμε την προσφορά της στην Τέχνη της Όπερας, να κατανοήσουμε δηλαδή αυτό που έφερε  στο είδος , και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα νέο μουσικό και δραματικό ήθος , καθοριστικό για την εξέλιξη και την επιβίωση στον 20ο και 21ο Αιώνα της όπερας, κυρίως όμως το ότι  εισήγαγε το «τραγικό» στοιχείο, δηλαδή μια απόλυτα δραματική αντιμετώπιση της μουσικής,  μια άμεση σύζευξη μουσικής και δραματικού λόγου, και όχι απλά μια στατική ερμηνεία που πρώτιστο μελημά της είναι αποκλειστικά και μόνο το να υπηρετήσει και να προβάλλει μια όμορφη φωνή. Μέσα από αυτή τη σύζευξη Μουσικής και Λόγου, ο Καλλιτέχνης κατορθώνει να γίνει το μέσο, ο φορέας, με τον οποίο επιτυγχάνεται η επικοινωνία Μουσικής και κοινού, η μέθεξη , η Αριστοτέλεια κάθαρση των συναισθημάτων.

Αν ανατρέξουμε στην ιστορία της όπερας στην προ-Κάλλας εποχή θα παρατηρήσουμε μια εμμονή σε μουσικούς και θεατρικούς μανιερισμούς που ακολουθούσαν πολλοί καλλιτέχνες, όχι φυσικά όλοι, πάντως σίγουρα η μεγάλη πλειονότητα. Σκηνοθεσίες χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις που σκοπό είχαν να εξυπηρετήσουν τον εκάστοτε μεγάλο τραγουδιστή, χωρίς να τον κουράζουν με δύσκολες σκηνικές απαιτήσεις, έτσι ώστε η μεγάλη του τέχνη και η φωνή να έχουν τον πρώτο ρόλο.

.Αυτή την κατάσταση αντιμετώπισε η Κάλλας όχι μόνο εδώ στην Ελλάδα , αλλά και στο εξωτερικό όταν ξεκίνησε την καριέρα της, κάτι που δεν της ικανοποιούσε το αλάθητο θεατρικό της ένστικτο.

Έτσι όταν  τραγουδούσε την «Μήδεια» του Κερουμπίνι για παράδειγμα,σε σκηνοθεσία  του Αλέξη Μινωτή η Κάλλας  ζήτησε από τον σκηνοθέτη να την σκηνοθετήσει όπως ακριβώς και την Κατίνα Παξινού στην ομώνυμη Τραγωδία, και να ξεχάσει το γεγονός πως είναι τραγουδίστρια της όπερας. Η ιδέα πως η όπερα είναι πάνω απ΄όλα Μουσικό Θέατρο της είχε γίνει απόλυτη συνείδηση, και αποτέλεσε το μέτρο της Τέχνης της.

Το μεγάλο μάθημα και ουσιαστικά  η μουσική διαθήκη της στους νεότερους καλλιτέχνες, βρίσκεται  ακριβώς σε αυτό το στοιχείο που αποτελεί την καρδιά, και  τον πυρήνα της όπερας: την επικοινωνία μέσα από την μουσική. Η Κάλλας έδωσε στο κοινό της αυτό ακριβώς που όλοι ένιωθαν αλλά που δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν , πως η όπερα δεν είναι απλά φωνητικά πυροτεχνήματα , αλλά μια μουσική γλώσσα που πρέπει να μιλήσει ο καλλιτέχνης για να επικοινωνήσει με το κοινό του. Μουσική, λόγος, επικοινωνία γινόντουσαν με την Κάλλας ένα ενιαίο σύνολο πάνω στη σκηνή σε όλες της τiς παραστάσεις. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις αναρίθμητες μουσικές της φράσεις στη «Λουτσία», την «Νόρμα», την «Σονάμπουλα»,  τον «Πειρατή», ή την «Μήδεια» φράσεις που προκαλούσαν ρίγος στους ακροατές  και που σήμερα ακούγονται σαν να ξεπηδούν απ’ το στόμα ενός υπερβατικού πλάσματος. Τις ακούμε τώρα πια από τους δίσκους και μένουμε άναυδοι. Αδυνατούμε να πιστέψουμε το πως τραγουδήθηκαν και δεν καταλαβαίνουμε ότι αυτό ακριβώς είναι η πραγματική φύση της όπερας, η προσέγγιση της έννοιας  του Λόγου μέσα από την Μουσική, η κορυφαία ουσία της Τέχνης αυτής που δικαιώνει την ίδια την ύπαρξη της. Ακριβώς αυτό που οραματίσθηκαν οι δημιουργοί της Φλωρεντινής Καμεράτα, όταν επιχείρησαν την αναβίωση δηλαδή του Αρχαίου Δράματος, την σύνθεση Λόγου και Μουσικής σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο στο περίφημο recitar cantanto ,την «μουσική απαγγελία», κάτι που συνειδητοποίησε η Κάλλας με το αλάθητο Μουσικό και Θεατρικό της ένστικτο και επέβαλλε στον κόσμο της όπερας, δίνοντας της έτσι μια νέα πνοή ζωής, οδηγώντας την συγχρόνως στον 21ο Αιώνα.

Για να το πετύχει όμως αυτό η ίδια δούλεψε σκληρά. Ήξερε την τέχνη της από κάθε άποψη, γνώριζε καλά τους μηχανισμούς της και τον τρόπο να τους αξιοποιεί στον μεγαλύτερο βαθμό. Αυτό δείχνει βαθιά γνώση τόσο της φωνητικής όσο και της δραματικής Τέχνης. Κάθε φράση και αντίστοιχη απόκριση στην φράση αυτή, ήταν στο μυαλό της απόλυτα τοποθετημένη   μουσικά και δραματικά,  έτσι ώστε να δείχνει στο κοινό πως είναι μέσα στη δραματική κατάσταση που ερμηνεύει, ενώ στην πραγματικότητα όλα ήταν μαθηματικά υπολογισμένα. Αυτή η ικανότητα που είχε να βρίσκεται ταυτόχρονα «μέσα» και «έξω» από τον ρόλο που ερμήνευε είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της τέχνης της και γνώρισμα μόνο των μεγάλων Τραγωδών όπως η Παξινού και ο Μινωτής. Αν ακούσει κανείς τα μαθήματά της στο Julliard School θα το καταλάβει αυτό. Σε μια τραγουδίστρια που ερμήνευε με πάθος την πρώτη σκηνή της «Μήδειας» του Κερουμπίνι, παρατηρεί πως αν συνεχίσει να τραγουδά με αυτόν τον τρόπο τότε δεν θα βγάλει πέρα ούτε την πρώτη πράξη, γιατί θα έχει εξαντληθεί, όχι μόνο φωνητικά, αλλά και ψυχικά. Ο σωστός καλλιτέχνης μετράει τις δόσεις της δραματικής έντασης που θα δώσει στο κοινό με μαθηματική ακρίβεια και με τέτοια προσοχή, ώστε στο ακροατήριο, αυτό να μην είναι εμφανές, αλλά να νιώθει πως ο ερμηνευτής δίνει όλο τον εαυτό του στη σκηνή αβίαστα , ενώ στην πραγματικότητα όλα είναι προμελετημένα. Η ίδια έλεγε:

« Κάποτε ο μαέστρος Serafin μου είπε: έρχεται κάποια στιγμή που πρέπει να ξεχάσεις αυτά που έμαθες, να ξεχάσεις πως υπάρχουν δύσκολα περάσματα σε μια άρια, δύσκολες ψηλές νότες. Πρέπει να χαλαρώσεις , να αφήσεις τον εαυτό σου ελεύθερο, και να αγαπήσεις τη μουσική σου, τις φράσεις σου να νιώσεις τα λόγια σου…Εάν βρίσκεσαι σε αυτή τη κατάσταση αλλά έχεις και τον έλεγχο, τότε θα δώσεις πνοή στο ρόλο σου, και στην παρτιτούρα, και η μουσική θα ζωντανέψει. Αυτό πρέπει να προσπαθεί να κατακτήσει ο κάθε μουσικός»

Για να μπορέσει όμως να το πετύχει αυτό ο καλλιτέχνης στη σκηνή, πρέπει να γνωρίζει από κάθε άποψη το δραματικό νόημα της μουσικής που ερμηνεύει. Σ’ αυτό το σημείο η Κάλλας ήταν απόλυτη. Κάποτε είπε πως δεν χρειάζεται ο ερμηνευτής να διαβάσει ούτε ένα βιβλίο για το έργο αφού η ίδια η μουσική τού δείχνει τι πρέπει να κάνει, ούτε χρειάζεται ιδιαίτερες αναλύσεις για την ψυχολογία και τον χαρακτήρα του ήρωα ώστε να καταλάβει τα κίνητρά του. Η ίδια η μουσική τον οδηγεί σε κάθε του βήμα. Αν ο τραγουδιστής ανοίξει τα «αυτιά» της ψυχής του και ακούσει τη μουσική, δεν θα χρειάζεται κανέναν άλλο να του πει πώς να κινηθεί και πώς να παίξει. «Ακούστε τη μουσική, αυτή θα σας πει και θα σας δείξει τι να κάνετε», έλεγε. Αυτός εξ΄άλλου ήταν και ο λόγος που επέμενε σε μία καθαρά αναλυτική προσέγγιση της μουσικής που ερμήνευε, ούτως ώστε η γνώση αυτή να την οδηγήσει στην ανασύνθεσή της πάνω στη σκηνή και την μετουσίωσή της σε Τέχνη και όχι σε απλή ερμηνεία.

Αυτή την τεχνική της αποδόμησης και της αναδόμησης του μουσικού έργου την περιγράφει η ίδια λέγοντας  «…Αφού αποσυνθέσεις τη μουσική στα μέρη από τα οποία αποτελείται, αρχίζεις τη δουλειά. .Πήγαινα σε κάθε μια πρόβα, ακόμα και σε αυτές που δεν έπαιρνα μέρος, έτσι ώστε να είμαι μέσα στη μουσική.. Κάτι που πρέπει να κάνεις από την πρώτη πρόβα είναι να τραγουδάς με όλη τη φωνή χωρίς να μαρκάρεις, τόσο χάριν των συναδέλφων σου όσο και για τον εαυτό σου, για να δοκιμάσεις έτσι τις δυνατότητές σου και τα όριά σου. Μετά την πρεμιέρα αρχίζει η πραγματική δουλειά, η συμπλήρωση των επί μέρους λεπτομερειών, γιατί πριν από αυτό έχεις κάνει απλά ένα σύντομο μουσικό σκίτσο. Τίποτα δεν βοηθάει στη δουλειά αυτή όσο οι παραστάσεις, η δουλειά πάνω στη σκηνή, μόνο εκεί μπορείς να προσθέσεις στην ερμηνεία σου τις μικρές αυτές λεπτομέρειες, τα απειροελάχιστα αυτά πράγματα που κάνουν την μουσική τόσο όμορφη.. Για να το πετύχεις αυτό συνδυάζεις τον χαρακτήρα του ρόλου με την μουσική και την κίνηση. Ψάχνω τον χαρακτήρα του ρόλου στη μουσική όχι στο λιμπρέτο, αν και δίνω μεγάλη σημασία στα λόγια όμως πάνω απ’όλα η δραματική αλήθεια πηγάζει από την ίδια τη μουσική…»

  Αν κάτι μαθαίνουμε από τις ερμηνείες της είναι ακριβώς αυτό, μας αποκαλύπτεται η απόλυτη δραματική αλήθεια όχι μόνο των διάφορων χαρακτήρων της όπερας, αλλά οι ίδιες οι δραματικές καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται οι ήρωες, και αυτό όχι μόνο μέσα από το λιμπρέτο, τα λόγια τους δηλαδή, αλλά από το πώς η μουσική εκφράζει αυτές τις καταστάσεις. Ο ψυχισμός ενός ήρωα για την Κάλλας πρέπει να αναζητηθεί στην ίδια την μουσική , που μόνο αυτή αποκαλύπτει αυτό που πραγματικά νιώθει , συναισθήματα που μπορεί πολλές φορές να είναι αντιφατικά με αυτά που λεει.

    Αυτή τη λεπτή διαφορά συνειδητοποίησε η Κάλλας μέσα από την διακονία της  τέχνης της πάνω στην σκηνή, όχι όμως με Ακαδημαϊκό τρόπο αλλά με το αλάθητο ένστικτό της, και αυτό πιστεύω πως είναι και το μεγάλο της μυστικό. Όσο πιο άμεσα, πιο αληθινά τραγουδήσεις, όταν μιλήσεις με την μουσική όπως ένας ηθοποιός με τα λόγια, τόσο πιο άμεσο και καταλυτικό θα είναι και το δραματικό αποτέλεσμα. Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν πως στην παράσταση της «Νόρμα» το κοινό παραληρεί για περισσότερο από δέκα λεπτά ακούγοντας την Κάλλας να εκφέρει μια μόνο φράση.. «son io», ούτε όταν νοιώθει πως στην άρια της Αμίνα στην «Υπνοβάτιδα» του Μπελίνι «Ah non credea mirarti..», η φωνή της το οδηγεί σε μια «υπνωτική» εμπειρία από την οποία βγαίνει με την cabaletta της άριας, «Αh non giunge..», και κορυφώνεται σε μια παραληρηματική ευτυχία.

  Όμως αυτή η προσέγγιση του Τραγικού στοιχείου σε ένα είδος όπως η όπερα, δεν έγινε αμέσως αποδεκτή από το κοινό και από τους συναδέλφους της, και αν η Κάλλας έγινε αντικείμενο μίσους από πολλούς όσο και λατρείας αντίστοιχα, αυτό οφείλεται στο γεγονός πως τρόμαξε τον κόσμο της όπερας γιατί τους έδειξε το τι μπορούσαν να πετύχουν σε σχέση με αυτό που μέχρι τότε έκαναν, πήρε μόνη της τον πήχη και τον τοποθέτησε μέτρα πιο πάνω και σαν σωστή αθλήτρια πέτυχε τις μεγαλύτερες επιδόσεις. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λεει σε μία συνέντευξή της:

« Με αντιπάθησαν στην αρχή γιατί πήρα το κοινό μακριά από την κλασική παράδοση που είχε τόσο συνηθίσει, και που δεν ήταν και ότι καλύτερο.»

Για να προσθέσει λίγο αργότερα:

«..Κατά την γνώμη μου η όπερα είναι το δυσκολότερο είδος από όλες τις Τέχνες. Για να πετύχεις στην τέχνη αυτή πρέπει να είσαι πρώτης τάξεως μουσικός και ηθοποιός. Πρέπει επίσης να μπορείς να αντιμετωπίσεις τους συναδέλφους σου, πρώτα τον μαέστρο ύστερα τους τραγουδιστές, ύστερα τον σκηνοθέτη, γιατί η όπερα είναι δουλειά συνόλου όπου ο καθένας παίζει έναν σημαντικό ρόλο…»

Αν η όπερα  λοιπόν σαν μουσικοδραματική φόρμα έχει επιζήσει, αν οι τραγουδιστές πείθουν σήμερα με την παρουσία τους πάνω στη σκηνή το ακροατήριο, αποκαλύπτοντας την ουσία της τέχνης του τραγουδιού, αυτό σίγουρα οφείλεται στην Κάλλας.

Δεν έκανε τίποτε άλλο από το να δείξει τον δρόμο, από το να προκαλέσει τους συναδέλφους της να τον ακολουθήσουν όσο καλύτερα μπορούν με τις δικές τους δυνάμεις τις δικές τους ικανότητες, αλλά οι περισσότεροι το μόνο που κατάλαβαν ήταν πως έπρεπε να την μιμηθούν, στο ύφος, στη φωνή, και να καταλήξουν τελικά γελοία κακέκτυπά της, και δεν ήταν και λίγοι αυτοί οι τραγουδιστές που έπεσαν σε αυτή την πλάνη. Πολλές κλωνοποιημένες τέτοιες φωνές παρουσιάστηκαν μετά τον θάνατό της, και μερικές από αυτές επιβίωσαν , οι περισσότερες όμως χάθηκαν ανεπιστρεπτί γιατί δεν κατάλαβαν πως η μεγαλοσύνη της Τέχνης της δεν βρίσκεται μονο στις νότες ή στο υπερβολικά φορτωμένο δραματικό παίξιμο, αλλά στο μουσικό ήθος και πουθενά αλλού, αυτό είναι που μετράει πάνω απ’όλα, ο σεβασμός του καλλιτέχνη στην ίδια του την Τέχνη, στον συνθέτη και το έργο του, μέσα από τα οποία πετυχαίνει τελικά την πολυπόθητη υπέρβαση. Δύσκολα πράγματα για όλους αυτούς που έρχονται σε ένα Θέατρο , τραγουδούν, παίρνουν την καθόλου ευκαταφρόνητη αμοιβή τους και φεύγουν για το επόμενο Θέατρο-Τράπεζα και το χειρότερο, έχουν και την σιγουριά πως υπηρέτησαν την «μεγάλη Τέχνη», δεν μπορούν βέβαια να γίνουν σαν την Κάλλας , όμως κάτι έκαναν και αυτοί. Πόσο λυπηρό, γιατί έστω και το ένα τρίτο να είχαν καταλάβει από αυτά που μας δίδαξε μέσα από τις ερμηνείες της, το μουσικό της ήθος και τον επαγγελματισμό της, ο κόσμος της όπερας σήμερα θα ήταν πολύ πιο διαφορετικός και σίγουρα σε καλύτερη μοίρα, γιατί φωνές υπάρχουν, χρειάζονται όμως να ψάξουν να βρουν την δική τους αλήθεια, να εξελιχθούν όχι σε ετερόφωτους καλλιτέχνες, αλλά αυτόφωτους και που θα έχουν συνειδητοποιήσει απόλυτα τις δυσκολίες της τέχνης τους, δηλαδή σε ολοκληρωμένες μουσικές προσωπικότητες,και τότε είμαι απόλυτα σίγουρος πως η ίδια η Κάλλας θα τους χειροκροτούσε θερμά , γιατί πάνω απ΄όλα επιθυμούσε την επιβίωση αυτής της μεγάλης Τέχνης της Όπερας μέσα από τους ίδιους τους νέους καλλιτέχνες που αποτελούν το μέλλον της.