Η “Λεωνόρα” είναι η πρώτη εκδοχή της μοναδικής όπερας του Μπετόβεν “Φιντέλιο”, γραμμένη το 1805. Απο τότε μέχρι τον “Φιντέλιο” του 1814 που παρουσιάστηκε στη Βιέννη, έγιναν πολλές αλλαγές τόσο στο λιμπρέττο όσο και στη μουσική. Τρείς Εισαγωγές μετά και μια Εισαγωγή στον “Φιντέλιο” δείχνουν την ανάγκη του συνθέτη να γράψει κατα κάποιο τρόπο την τέλεια όπερα.

Γνωρίζουμε ουσιαστικά λίγα έργα του συνθέτη, κυρίως τις Συμφωνίες του , και τα έργα Δωματίου. Ομως ο συνθέτης ήταν και πολυγραφότατος και η μουσική του πολύμορφη. Η ικανότητά του να συνθέτει για μεγάλα σύνολα είναι αναμφισβήτητη., δεν έχει κανείς παρά να ακούσει τη μεγάλη Λειτουργεία για την Στέψη του Λεοπόλδου, τα πολλά χορωδιακά του έργα, με ακρογωνειαίο λίθο την Λειτουργεία εργο 86.
Η “Λεωνόρα” έτυχε να έχει  αρκετές ηχογραφήσεις στην εποχή μας, φυσικά όχι όσο το “Φιντέλιο”, όμως η ερμηνεία που ακούσαμε στο Μέγαρο Μουσικής (30/10/17) ήταν αποκαλυπτική.
Ο Jacobs που εδώ και χρόνια έχει εγκαταλείψει το τραγούδι, έχει γίνει ένας απο τους πιό σημαντικούς μαέστρους και ερμηνευτές της Μουσικής Μπαρόκ της εποχής μας. Εχοντας στα χέρια του μια εξαιρετική Ορχήστρα, την Ορχήστρα Μπαρόκ του Φράιμπουργκ, μας αποκάλυψε έναν νέο Μπετόβεν, τονίζοντας στην ερμηνεία του την επηροή του Μότσαρτ και του Σαλιέρι (του οποίου ήταν μάλιστα και μαθητής, όπως και ο Λίστ και ο Σούμπερτ), φέρνοντας τον συνθέτη στη μεταβατική εποχή απο τον “Μπαροκίζοντα” Κλασσικισμό, στον Ρομαντισμό.
Η λεπτομέρεια στον ήχο της Ορχήστρας, στις λεπτές αποχρώσεις της παρτιτούρας, και στα φωνιτικά σύνολα, ήταν μοναδική. Προσωπικά βρισκόμουν σε μία συνεχή κατάσταση μέθεξης, αν κανείς μου έλεγε πως θα ξαναέπαιζαν το έργο απο την αρχή θα ήμουν ευτυχισμένος. Δικαίως το ακροατήριο αποθέωσε Ορχήστρα και ερμηνευτές. Η τονική ακρίβεια των οργάνων εποχής, και κυρίως των πνευστών (ιδιαίτερα τα φυσικά κόρνα και οι τρομπέττες) ήταν απόλυτη, δεν ξέφευγε ούτε μια νότα.
Οι ερμηνευτές έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους με πρώτη την εξαιρετική Marlis Petersen που απέδειξε για άλλη μια φορά το πόσο μεγάλη καλλιτέχνης είναι. Οχι μόνο ερμήνευσε τον ρόλο της Λεωνόρα με ιδιαίτερη ευασθησία αλλά και με δραματική ένταση, μια φωνή εύπλαστη λυρική αλλά και δραματική.
Ο τενόρος Johannes Chum που τελευταία στιγμή αντικατέστησε τον Maximillian Schmitt, τραγούδησε τον δύσκολο ρόλο του Φλορεστάν, ρόλος που είναι μάλλον ακατάλληλος για τη φωνή του, όμως ξεπέρασε τις τεχνικές δυσκολίες με μεγάλη άνεση. Ολοι ήταν πραγματικά εξαιρετικοί όπως και η Χορωδία Zuercher Sing-Akademie. Ολες οι φωνές έδεναν απόλυτα μεταξύ τους , ακούγονταν σαν μουσικά όργανα, μέρος της Ορχήστρας.
H αναβίωση αυτής της εκδοχής έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είδικά άν την συγκρίνει κανείς με τον “Φιντέλιο” που σε δραματικό επίπεδο είναι ίσως μια πιό βιώσημη θεατρικά  εκδοχή, σε μουσικό επίπεδο όμως , κατα τη γνώμη μου υπερέχει η “Λεωνόρα”, είναι σαφώς μια πιό ενδιαφέρουσα παρτιτούρα.