Η αναβίωση παλαιών σκηνοθεσιών από καταξιωμένους σκηνοθέτες δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, ιδιαίτερα όταν αυτοί δεν βρίσκονται πια στη ζωή πόσο μάλιστα όταν η σκηνοθεσία ενός συγκεκριμένου έργου δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί, όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση Στρέλλερ με την όπερα του Μότσαρτ «Έτσι κάνουν όλες» που παρουσίασε το Mέγαρο Mουσικής. Δυστυχώς η σκηνοθεσία του Στρέλλερ μπορεί να ήταν ενδιαφέρουσα πριν είκοσι χρόνια όταν την επεξεργαζόταν, σήμερα όμως μετά τις πιο σύγχρονες προτάσεις ειδικά του Πήτερ Σέλλαρς στις Ντα Πόντε όπερες του Μότσαρτ, δείχνει σαφώς τα σημάδια της ηλικίας της. Το πρόβλημα της στατικής δράσης του λιμπρέτου το οποίο αναλώνεται σε ανούσιες και τετριμμένες δραματικές καταστάσεις με μεγάλους πλατειασμούς δεν λύθηκε στη σκηνοθεσία αυτή. Αντίθετα είχαμε μια συναυλιακής μορφής παράσταση με κοστούμια εποχής (πραγματικά υπέροχα της Φ. Σκουαρτσιαπίνο), μέσα σε ένα απέριττο πολλές φορές πληκτικό σκηνικό του Ε. Φριτζέριο.
Όχι πως δεν υπήρχαν και σκηνές πραγματικής θεατρικής μαγείας, όπως ο υποτιθέμενος γάμος μεταξύ των ζευγαριών , όμως αυτές ήταν σπάνιες και λίγες. Την κατάσταση έσωσαν οι πολύ όμορφοι και ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Τ.Μορντικα , αν και στην παράσταση που παρακολούθησα στις 17/2 προς το τέλος της Πρώτης Πράξης κάποιο πρόβλημα στα φώτα χάλασε την ατμόσφαιρα.
Ο μαέστρος Τ.Λα Μάλφα αποφάσισε να παίξει το έργο ανοίγοντας όλες τις περικοπές που συνηθίζονται μακραίνοντας έτσι την παράσταση και αποδυναμώνοντας την δραματική ροή του έργου. Ατελείωτες επαναλήψεις και πολλά άλλα κομμένα σημεία ανέδειξαν τις δραματικές ατέλειες του λιμπρέτου του Ντα Πόντε, με αποτέλεσμα η παράσταση να τελειώσει τις πρωινές ώρες.
Σε φωνητικό επίπεδο δεν ευτύχησε και ιδιαίτερα η παράσταση. Μάλλον αδύναμες φωνητικά ήταν οι δύο αδελφές πολλές φορές η φωνές τους δεν περνούσαν πάνω από την Ορχήστρα, πολύ καλή η Ντεσπίνα της Τ.Πέρρυ βετεράνος ενός ρόλου που έχει ερμηνεύσει σε πολλά Θέατρα, πολύ καλός αν και σε ορισμένα σημεία ασταθής ο Γκουλιέλμο του Ν.Ριβένκ, απολαυστικός ο Φερράντο του Μ.Μιλχόφερ, ίσως η καλύτερη φωνή της βραδιάς. Ο βετεράνος Α.Μάλτα μας έδωσε έναν καλό Ντόν Αλφόνσο, ρόλο που δυστυχώς πολλά Θέατρα υποτιμούν και τον δίνουν συνήθως σε ηλικιωμένους τραγουδιστές. Όμως ο ρόλος αυτός είναι ίσως ο πιο σημαντικός του έργου αφού κινεί ουσιαστικά όλη τη δράση
Η Καμεράτα έπαιξε αρκετά καλά υπό την νευρική διεύθυνση του Τ.Λα Μάλφα, δεν βοήθησαν όμως οι πολύ γρήγοροι χρόνοι που επέλεξε ο μαέστρος.
Σε γενικές γραμμές ήταν μια παράσταση μουσειακού ενδιαφέροντος, χωρίς να βρίσκεται στο επίπεδο των δυο άλλων Ντα Πόντε έργων που σκηνοθέτησε ο Στρέλλερ , ειδικά τον αριστουργηματικό Ντόν Τζιοβάννι που υπάρχει και σε βιντεοσκοπημένη παράσταση από την Σκάλα. Σήμερα όμως οι αισθητικές απαιτήσεις του κοινού βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικό σημείο με έμφαση περισσότερο στη σύγχρονη πραγματικότητα και στην ψυχολογία των χαρακτήρων, και στα σημεία αυτά η παράσταση του Μεγάρου παρέμεινε σε ένα πρώτο βασικό επίπεδο.